τηλέφαντος
τηλέ-φαντος, ον, = foreg. [τηλεφανής] I, Pi. Fr. 5: cf. τηλεσίφαντος.
τηλέ·φαντος, ος, ον, c. τηλεφανής, Pd. fr. 1.
τηλέφαντος, = τηλεφανής, γέρας Pind. frg. 1 bei Apoll.Dysc. synt. p. 156 Bekker
τηλέφαντος
- 1far-shining τηλέφαντον ὄρσαι γέρας φθιμένῳ Μελικέρτᾳ fr. 5. 2. τέρας ἅν τε βροτοὶ Δᾶλον κικλῄσκοισιν, μάκαρες δʼ ἐν Ὀλύμπῳ τηλέφαντον κυανέας χθονὸς ἄστρον (Bergk: τηλέφατον codd. Theophrasti) fr. 33c. 5.