τηλόθε
τηλόθε, from afar
τηλόθε, Pd. N. 3, 141 ; Anth. 9, 246 ; d’ord. τηλόθεν, adv. :
1 de loin, Il. 5, 651 ; Soph. Aj. 1318, etc. ; τηλόθεν εἰσορᾶν, Soph. Ph. 454, voir de loin, c. à d. du plus loin possible, d’où le moins possible ||
2 au loin, Il. 23, 359 ; Od. 6, 312 ; 7, 194, etc. ||
3 loin : τηλόθεν ἐξ, gén. Il. 1, 270 ; ou simpl. τηλόθεν gén. Pd. N. 2, 18 ; Soph. Aj. 204 ; Eur. H.f. 1112 ; A. Rh. 2, 504, loin de.
Étym. τῆλε, -θε ou -θεν.
τηλόθε, = τηλόθεν.
τηλόθε, (ν)
- a adv., from afar τὸ δὲ κλέος τηλόθεν δέδορκε O. 1.94 (αἰετός) ὃς ἔλαβεν αἶψα, τηλόθε μεταμαιόμενος, δαφοινὸν ἄγραν ποσίν N. 3.81
- b prep. c. gen., far from ἔστι δʼ ἐοικὸς ὀρειᾶν γε Πελειάδων μὴ τηλόθεν ὠαρίωνα νεῖσθαι N. 2.12 πέταται δʼ ἐπί τε χθόνα καὶ διὰ θαλάσσας τηλόθεν ὄνυμʼ αὐτῶν N. 6.48