τιτανισμός
τιτανισμός, Thracian paean
τιτανισμός, ὁ
- , ὁ παιανισμὸς τῶν Θρᾳκῶν τ. ὑπὸ τῶν Ἑλλήνων λέγεται κατὰ μίμησιν τῆς ἐν παιᾶσι φωνῆς Str. 7 Fr. 40.
τιτανισμός, οῦ (ὁ) [ῑᾱ] sorte de chant en l’honneur des Titans, Str.
Étym. Τιτάν ; cf. παιανισμός.