τρέπω
τρέπω, τρέπω, τρέψω, ἔτρεψα/ἐτραπόμην, τέτροφα, τέτραμμαι, ἐτράπην/ἐτρέφθην, turn; (mid., aorist passive) turn oneself
- turn or direct towards a thing, Hom., etc.; mostly folld. by a Prep., τ. [φύσας] ἐς πῦρ Il. 18.469; ἐς ποταμὸν φλόγα 21.349; εἰς εὐνὴν τράπεθʼ ἥμεας show us to bed, Od. 4.294 (perh. with a punning reference to ταρπώμεθα in next line); λέκτρονδε τραπείομεν εὐνηθέντες 8.292 (as though τραπείομεν in Il. 3.441 belonged to τρέπω and not to τέρπω; unless there is a pause after λέκτρονδε) ; θυμὸν εἰς ἔργον τ. Hes. Op. 316; εἰς ἐχθροὺς βέλος A. Th. 255; πόλεις ἐς ὕβριν Th. 3.39; τὸν ἄνθρωπον . . εἰς ἀθυμίαν D. 23.194; πρὸς ἠέλιον κεφαλήν Od. 13.29; πρὸς ὄρος πίονα μῆλα 9.315; πρὸς εὐφροσύναν ἦτορ Pi. I. 3.10; τὰς γνώμας πρὸς χρηματισμόν Pl. Ep. 355b; also ἐπʼ ἐμπορίην θυμόν Hes. Op. 646, cf. Pl. Phdr. 257b, R. 508c; δᾶμον ἐς ἡσυχίαν Pi. P. 1.70; ἐπʼ ἐχθροῖς χεῖρα S. Aj. 772; κατὰ πληθὺν τ. θυμόν Il. 5.676; ἀντίον Ζεφύρου πρόσωπον Hes. Op. 594: with Advbs., πάντων ὁμόσε στόματʼ ἔτραπε Il. 12.24; οὐκ οἶδʼ ὅποι χρὴ . . τ. ἔπος S. Ph. 897; ἐνταῦθα σὴν φρένα E. IT 1322; τὴν διάνοιαν ἄλλοσε Pl. R. 393a; ἐκεῖσε τ. τὰς ἡδονάς Id. Lg. 643c; ἐπὶ τὴν θεραπείαν τὸν λόγον Sor. 2.23: c. inf., σέ . . ἔτραπε . . ὀργὰ παρφάμεν led thee to speak crookedly, Pi. P. 9.43:—also in Med., τραπέσθαι τινὰ ἐπί τι Pl. Euthd. 303c, cf. Chrm. 156c:—Pass., κεῖται ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος Il. 19.212.
- 2 Pass. and Med., turn oneʼs steps, turn in a certain direction, τραφθῆναι ἀνʼ Ἑλλάδα Od. 15.80; τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον Hdt. 9.56; ἐς Θήβας ἐτραπόμην Id. 2.3; ἐπὶ Προκόννησον, ἐπʼ Ἀθηνέων, Id. 6.33, 5.57: with Advbs., ἀμηχανεῖν ὅποι τράποιντο which way to turn, A. Pers. 459; ἀμηχανῶ . . ὅπᾳ τράπωμαι Id. Ag. 1532 (lyr.); πᾷ τις τράποιτʼ ἄν; Id. Ch. 409 (lyr.); ποῖ τρέψομαι; E. Hipp. 1066, cf. X. An. 3.5.13; ποῖ χρὴ τραπέσθαι; Lys. 29.2: c. acc. cogn., τραπέσθαι ὁδόν take a course, Hdt. 1.11, cf. 9.69, Pl. Sph. 242b; πολλὰς ὁδοὺς τραπόμενοι κατὰ ὄρη Th. 5.10; ἐτρέφθην ἥνπερ ἦν πορεύσιμον E. El. 1046.
- 3 in Pass. and Med. also, turn or betake oneself, εἰς ὀρχηστύν, εἰς ἀοιδήν, Od. 1.422, 18.305; ἐπὶ ἔργα Il. 3.422, etc.; ἐπʼ ἀναιδείην Hom Epigr. 14.7; ἐπὶ σωφροσύνην Thgn. 379; ἐπὶ ψευδέα ὁδόν Hdt. 1.117; ἐπὶ φροντίδας E. IA 646; ἐφʼ ἁρπαγήν Th. 4.104; ἐπʼ εἰρήνην X. HG 4.4.2; ἐς τὸ μαίνεσθαι S. OC 1537; ἐς ἀλκήν Th. 2.84; εἰς ἁρπαγὴν ἐπὶ τὰς οἰκίας X. HG 6.5.30; κατὰ θέαν τετραμμένοι Th. 5.9; πρὸς ἀλκήν Hdt. 3.78; πρὸς τὸ κέρδιον τραπείς S. Aj. 743; πρὸς λῃστείαν Th. 1.5; πρὸς ἄριστον τετρ. Hdt. 1.63; πρὸς τὸν πότον Pl. Smp. 176a, etc.; also τ. πρός τινα betake oneself, have recourse to him, Cratin. 152, X. An. 4.5.30, Pl. Prt. 339e; ἐφʼ ἱκετείαν τ. τῶν διωκόντων Id. Ap. 39a.
- 4 Pass. and Med., of places, to be turned or look in a certain direction, πρὸς ζόφον Od. 12.81; πρὸς ἄρκτον, πρὸς νότον, etc., Hdt. 1.148, Th. 2.15, etc.; also πρὸς τοῦ Τμώλου Hdt. 1.84; ἄντʼ ἠελίου τετρ. straight towards, Hes. Op. 727.
- II turn, i. e. turn round or about, πάλιν τρέπειν turn back, ἵππους Il. 8.432; τινα ib. 399; ὄσσε, δόρυ, 21.415, 20.439; τὰ καλὰ τ. ἔξω turn the best side outmost, show the best side (of a garment), Pi. P. 3.83:—Pass., πάλιν ἐτράπετʼ Il. 21.468; μή τις ὀπίσσω τετράφθω 12.273; c. gen., turn from . ., υἷος 18.138; ἐτράπετʼ αἰχμή the point bent back, like ἀνεγνάμφθη, 11.237; of the sun having passed the meridian, πόστην ἥλιος τέτραπται; Ar. Fr. 163, cf. Antig. Mir. 60; also of the solstice, ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται [ὁ ἥλιος] (v. τροπή I) X. Mem. 4.3.8, cf. Pl. Lg. 915d; τραπείσης τῆς ὥρας Arist. HA 628b26:—intr. in Act., περὶ δʼ ἔτραπον ὧραι, v. περιτρέπω II.
- 2 τ. τι εἴς τινα turn upon anotherʼs head, τ. τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα, Is. 8.41, D. 8.57; freq. in imprecations, ἐς κεφαλὴν τράποιτʼ ἐμοί on my head be it! Ar. Ach. 833, cf. Hdt. 2.39; εἰς σεαυτὸν τρεπέσθω on your head be it! IG 4.444 (Phlius); ἦ κἀπʼ ἐμοὶ τρέποιτʼ ἂν αἰτίας τέλος; A. Eu. 434; κατὰ σεαυτόν νυν τρέπου keep your ills to yourself, Ar. Ach. 1019, Nu. 1263; πρὸς ὑμᾶς αὐτοὺς τρέψεσθε Lys. 8.19.
- 3 alter, change, φρένας Il. 6.61; τὰς γνώμας X. An. 3.1.41; [τὸ χρῶμα] Sor. 1.35; [τὸ γάλα] ib. 92; ἔτραπεν κεῖνον μισθῷ χρυσός Pi. P. 3.55; deceive, Archil. 166; ἐς κακὸν τ. τινά Pi. P. 3.35; ἅττʼ ἂν ὑμεῖς ἐξαμάρτητʼ ἐπὶ τὸ βέλτιον τρέπειν Ar. Nu. 589 (troch.); ἐς γέλων τὸ πρᾶγμʼ ἔτρεψας Id. V. 1261, cf. Hdt. 7.105, etc.: Med., πρὸς τὰς ξυμφορὰς τὰς γνώμας τρέπεσθαι shift their views, Th. 1.140, cf. Plu. Adul. 2.71e, etc.:—Pass., to be changed, τρέπεται χρώς Il. 13.279, cf. Od. 21.413, Hes. Op. 416; τὴν χρόαν τρέπεσθαι, of animals, Plu. Adul. 2.51d; τῷ χρώματι τρεπομένας, of women, Sor. 1.35 (so abs., of a man, Id. Vit.Hippocr. 5); ὁ οὕτω τρεπόμενος σφυγμός Gal. 18(2).40; τρέπεται νόος Od. 3.147; νόος ἐτράπετʼ 7.263; Διὸς ἐτράπετο φρήν Il. 10.45; τράπομαι καὶ τὴν γνώμην μετατίθεμαι Hdt. 7.18; ὁρῶν αὐτοὺς τετραμμένους seeing that they had changed their minds, Id. 9.34, cf. Th. 4.106; ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπου Ar. V. 986: c. inf., κραδίη τέτραπτο νέεσθαι Od. 4.260; ἐτράποντο . . τῷ δήμῳ . . τὰ πράγματα ἐνδιδόναι Th. 2.65: c. acc. cogn., πλείους τραπόμενος τροπὰς τοῦ Εὐρίπου Aeschin. 3.90; οἶνος τρέπεται the wine turns, becomes sour (v. τροπίας), S.E. P. 1.41; ἡ ξανθὴ χολὴ . . εἰς τὸν ἰώδη τρέπεται χυμόν Gal. 16.534; ἡ ἀδελφὴ ἐπὶ τὸ κομψότερον ἐτράπη has taken a turn for the better, POxy. 935.5 (iii A. D.); ἐπὶ τὸ ῥᾷον ἔδοξεν τετράφθαι ib. 939.17 (iv A. D.); τοῦ πατρὸς ἡμῶν εἰς ἄπορον τραπέντος having become destitute, PMeyer 8.14 (ii A. D.):—intr. in Act., τοῦ ἄρχοντος τρέποντος εἰς δεσπότην Ph. 2.562.
- III turn or put to flight, rout, defeat, τρέψω δʼ ἥρωας Ἀχαιούς Il. 15.261; ἔτρεψε φάλαγγας Tyrt. 12.21, cf. Pi. O. 10(11).15, Hdt. 1.63, 4.128, Th. 1.62, 4.25, 33, etc.; in full, φύγαδε τ. Il. 8.157; εἰς φυγὴν ἔτρεψε τοὺς ἑξακισχιλίους X. An. 1.8.24; τρέψαι καὶ ἐς φυγὴν καταστῆσαι Th. 7.43 (but ἔτρεψαν ἐς φυγὴν πόδα they fled, E. Supp. 718):—Med., pres., X. An. 5.4.16, J. AJ 13.2.4, Plu. Cam. 29: fut., Ar. Eq. 275 (troch.): aor. 1, E. Heracl. 842, X. An. 6.1.13:—Pass., to be put to flight, aor. 2 ἐτράπην A. Pers. 1029 (lyr.), X. Cyr. 5.4.7 (v.l. ἐτράποντο), etc.: also aor. 1 ἐτρέφθην Id. An. 5.4.23, HG 3.4.14, Cyn. 12.5: aor. 2 Med. ἐτραπόμην Hdt. 1.80, 9.63, etc.; ἐς φυγὴν τραπέσθαι Id. 8.91, Th. 8.95; τραπόμενοι κατέφυγον Id. 4.54; φυγῇ ἄλλος ἄλλῃ ἐτράπετο X. An. 4.8.19; ἐτράποντο φεύγειν Plu. Lys. 28, Caes. 45: rarely in pf. Pass., τετραμμένου φυγᾷ γένους A. Th. 952 (lyr.):—also intr. in Act., φύγαδʼ ἔτραπε Il. 16.657 (unless it governs δίφρον).
- IV turn away, keep off, οὐκ ἄν με τρέψειαν ὅσοι θεοί εἰσʼ ἐν Ὀλύμπῳ 8.451; τ. τινὰ ἀπὸ τείχεος 22.16; ἑκάς τινος Od. 17.73 (Med.); τῇ . . νόον ἔτραπεν 19.479: abs., ἀλλὰ Ζεὺς ἔτρεψε Il. 4.381; of weapons, βέλος . . ἔτραπεν ἄλλῃ 5.187; ἀπὸ ἔγχεος ὁρμὴν ἔτραπε Hes. Sc. 456.
- V overturn, εὐτυχοῦντα μὲν σκιά τις ἂν τρέψειεν A. Ag. 1328 (s. v.l.); τ. ἄνω κάτω Id. Fr. 311.
- VI turn, apply, τ. τι ἐς ἄλλο τι Hdt. 2.92; τὰς ἐμβάδας ποῖ τέτροφας; what have you done with your shoes? Ar. Nu. 858; τὸν μόναυλον ποῖ τέτροφας; Anaxandr. 51:—Pass., ποῖ τρέπεται . . τὰ χρήματα; Ar. V. 665 (anap.).
1. meestal act., met acc., causat.
a. (laten) draaien, keren, wenden, met acc.:
b. pregn. laten omkeren:
c. afwenden, afleiden:
d. (laten) veranderen:
2. med.-pass., intrans.
a. zich wenden,
b. omkeren, op de vlucht slaan:
c. zich afwenden:
d. veranderen:
drehen:
1) wenden, kehren, übh. eine gewisse Richtung geben ; πάλιν τρέπε μώνυχας ἵππους, Il. 8.432, er lenkte sie zurück ; πάλιν τρέπεν ὄσσε, 13.3, vgl. 20.439, 21.415 ; ὀπίσσω τρέπεσθαι, 12.273 ; u. mit dem gen., πάλιν τρέπεσθαί τινος, 18.138 ; ἐς Τροίην δʼ οὐ πάμπαν ἔτι τρέπεν ὄσσε, 13.7 ; πολλὰ πρὸς ἠΐλιον κεφαλὴν τρέπε, Od. 13.29, u. so öfter mit εἰς und πρός ; auch τρέψας πὰρ ποταμόν, Il. 21.603 ; ἐπί τινι, 13.542 ; ἐπί τι, Hes. O. 848 ; ἀντίον τινός, 596 ; τρέπειν τινὰ εἰς εὐνήν, Einen zu Bette gehen lassen, Od. 4.294 ; πρὸς ὄρος τρέπε πίονα μῆλα, 9.315, er trieb sie ; – pass. sich wenden ; ἐπὶ ἔργα, sich zum Geschäft wenden, an die Arbeit gehen, Il. 3.422, 23.53 ; vgl. Hes. O. 318 ; εἰς ὀρχηστύν, εἰς ἀοιδήν, Od. 1.422, 18.304 ; πρὸς εὐφροσύνην τρέψαι, Pind. I. 3.10 ; πρὸς ἁσυχίαν τετραμμένος, Ol. 4.16 ; ἐς γέλωτα, Her. 7.105 ; πρὸς ἀλκήν, 3.78, 4.125 u. sonst ; ἀντʼ ἠελίοιο τετραμμένος, gegen die Sonne gewandt, Hes. O. 729 ; ἔξω τοῦ ἄστεος τετραμμένος, Her. 2.181 ; τραφθέντες ἐς τὸ πεδίον, 9.56 ; τράπωνται τὴν ἄνω ὁδόν, sie schlagen den Weg ein, 5.15, wie ὁποτέρην βούλεαι τραπέσθαι, 1.11 ; vgl. Plat. Soph. 242b ; und geistig, πρὸς τὰ Ἑλληνικὰ μᾶλλον τετραμμένος ἦν, Her. 4.78 ; – αἰχμὴ ἐτράπετο, die Lanzenspitze wandte sich, bog sich um, Il. 11.237 ; – Ζεῦ, τρέψον εἰς ἐχθροὺς βέλος, Aesch. Spt. 237 ; – τοὺς δʼ ἄνω τρέπων ἔσφαζε, Soph. Aj. 291 ; οὐκ οἶδʼ ὅποι χρὴ τἄπορον τρέπειν ἐπος, Phil. 885 ; ἐπʼ ἐχθροῖς χεῖρα φοινίαν τρέπειν, Aj. 759 ; μόλις ἔτρεψεν εἰς φυγὴν πόδα, Eur. Suppl. 718 ; μὴ ἐνταῦθα τρέψῃς σὴν φρένα, I.T. 1322 ; τρέπειν τὰ ἐξημαρτημένα ἐπὶ τὸ βέλτιον, Ar. Nub. 580 ; ἐς γέλων τὸ πρᾶγμα τρέπειν, Vesp. 1261 ; vgl. Thuc. 6.35 ; ποῖ τέτροφας τὰς ἐμβάδας, Ar. Nub. 848 ; τὸ πρὸς Νότον τετραμμένον, Thuc. 2.15 ; ἐκεῖσε τὰς ἡδονὰς καὶ ἐπιθυμίας τῶν παίδων, Plat. Legg. I.643c, u. oft (s. auch unten); τὸν ἄνθρωπον ὡρμηκότα φίλον εἶναι εἰς ἀθυμίαν τρέψομεν, Dem. 23.194. – Bes.
2) in die Flucht wenden, schlagen ; Il. 15.261 ; Her. 1.63, 4.128 ; vollständig, τρέπειν φύγαδε, Il. 8.157 ; auch intr., φύγαδʼ ἔτραπε, 16.657 ; τρέψαντες ἀπέκτειναν ὑπὲρ χιλίους, Thuc. 4.25, u. oft. Später gew. τρέπειν ἐς φυγήν, u. pass. τραπῆναι φογῇ, ἐς φυγήν, in die Flucht geschlagen werden ; τρεφθείς Xen. Cyn. 12.5 ; Pol. oft u. a.Sp.; mad. τραπέσθαι, sich zur Flucht wenden, fliehen, Her. 1.80, 5.64, ἐς φυγήν, 8.91 ; τετραμμένον παντρόπῳ φυγᾷ γένους, Aesch. Spt. 936 ; τραπέντα ναύφρακτον ὅμιλον ἐρεῖς ; Pers. 986 ; ἐτράποντο οἱ πολέμιοι, Thuc. 4.44. Aber der aor. I. med. wird in akt. Bdtg gebraucht, τρέψασθαι, Einen von sich abwenden u. in die Flucht schlagen, Ar. Eq. 275 ; Xen. An. 5.4.16, 6.1.13 u. öfter, wie Pol. 1.17.10 u. sonst. – Umstürzen, εὐτοχοῦντα μὲν σκιά τις ἂν τρέψειεν, Aesch. Ag. 1301 u. A.; – abwenden, abhalten, τῇ γὰρ Ἀθηναίη νόον ἔτραπεν, Od. 19.479 ; Il. 8.451 ; ἀπό τινος, 22.16 ; ἑκάς τινος, Od. 17.73 ; verhindern, verhüten, Il. 4.381, 5.187 ; Hes. Sc. 456 ; u. übh. anders wenden, ändern, verändern, ἔτραπεν κεῖνον χρυσός, Pind. P. 3.55. – Pass. sich ändern, τρέπεται χρώς, die Farbe wechselt, ändert sich, von Einem, der erblaßt, Il. 13.279, 284, 17.733, Od. 21.412 ; Hes. O. 418 ; τρέπεται νόος, φρήν, θυμός, der Sinn ändert sich, Od. 3.147, 7.263, Il. 10.45, 17.546 ; absolut, τράπομαι, ich ändere meine Meinung, Her. 6.18 ; dah. τετραμμένος, ein Umgewandter, der seinen Sinn geändert hat, 9.34 ; auch κραδίη τέτραπτο νέεσθαι, Od. 4.260 ; ἐπὶ τὰ βελτίω τρέπω, Ar. Vesp. 986 ; vgl. τὴν διάνοιαν ἄλλοσε τρέπειν, Plat. Rep. III.393a ; ἐνταῦθα τὸν νοῦν τρέποντες, Menex. 248c ; γνώμας, Xen. An. 3.1.41, u. Folgde ; οἶνος τρέπεται, der Wein schlägt um, S.Emp. pyrrh. 1.41. – Uebertr. im med. sich auf Etwas hinrichten, ὥστʼ ἀμήχανον ὅποι τράποιντο, Aesch. Pers. 451 ; Ag. 1514 ; ὅταν τις εἰς τὸ μαίνεσθαι τραπῇ, Soph. O.C. 1537 ; πρὸς τὸ κέρδιστον τραπεὶς γνώμης, Aj. 730 ; ποῖ τράπωμαι, Rur. Hec. 1099 und oft ; οἷ πρῶτά με ἐδει τραπέσθαι, Ar. Ran. 37 ; bes. seine Aufmerksamkeit auf Etwas hinrichten, worauf merken, sich womit beschäftigen, μὴ ʼπὶ φροντίδας τρέποο, Eur. I.A. 646 ; πρὸς χεροὺς τραπώμεθα, Herc.F. 751 ; πρὸς λῃστείαν, Thuc. 1.5 ; πρὸς πόλεμον, 5.114 ; ἐφʼ ἁρπαγήν, 4.104 ; πρὸς θεραπείαν τῶν φοομένων ἅπασαι τετράφαται, Plat. Rep. VII.533b ; ἐπὶ γεωργίας τρέπονται, Legg. III.680e ; πρὸς τὸ δεῖπνον, Symp. 175e. Auch in der Bdtg des act., ἐπὶ τὸ ἐπαινεῖν αὐτὼ ἐτραπόμην, Plat. Euthyd. 303c ; τρέψεται τὸν λόγον ἐπʼ ἐκεῖνον, Isae. 5.3 ; ἐφʼ ἁρπαγήν, Xen. An. 7.1.18 ; ἐπὶ ῥᾳθομίαν, 2.6.5 ; ἐπὶ ἓν ἔργον, Cyr. 2.1.21 ; Folgde : πρὸς ὕβριν τραπόμενοι, Luc. D.D. 18.2.
Fut. τρέψω Il. 15.261.
3 sing. aor. ἔτρεψε Il. 4.381, Il. 6.61, Il. 12.32, Il. 18.469. τρέψε Il. 16.645, Il. 21.349.
3 sing. opt. τρέψειε Il. 9.601.
3 pl. τρέψειαν Il. 8.451. Pple. τρέψας Il. 21.603, Il. 22.16.
3 sing. aor. ἔτραπε (τράπε) Il. 5.187, 676, Il. 8.157, 257, Il. 12.24, Il. 16.657, Il. 20.439 : Od. 19.479.
3 pl. ἔτραπον Od. 10.469.
Imp. pl. τράπετε Od. 4.294.
Mid. Nom. pl. aor. pple. τρεψάμενοι Od. 1.422, Od. 18.305.
3 sing. aor. ἐτράπετο Il. 1.199, Il. 10.45, Il. 11.233, 237, Il. 13.605, Il. 16.594, Il. 17.546, Il. 21.468 : Od. 7.263, Od. 19.389, Od. 21.413. τράπετο Il. 17.733, Il. 18.138 : Od. 17.73.
3 pl. τράποντο Il. 3.422.
3 pl. subj. τράπωνται Il. 23.53.
Infin. τραπέσθαι Od. 5.350, Od. 10.528.
Pass. Aor. infin. τραφθῆναι Od. 15.80.
3 sing. pf. imp. τετράφθω Il. 12.273.
Pple. τετραμμένος, -η Il. 5.605, Il. 13.542, Il. 17.227, 598, Il. 19.212 : Od. 5.71, Od. 12.81.
3 sing. plupf. τέτραπτο Il. 14.403 : Od. 4.260.
3 pl. τετράφατο Il. 10.189.
(ἀνα-, ἀπο-, ἐν-, ἐπι-, ἐπιτραπέω, μετατρέπομαι, παρα-, προ-)
- 1
In reference to position, to turn or direct in a specified direction : πάλιν τρέπεν ὄσσε Il. 13.3. Cf. Il. 12.24, Il. 13.7, Il. 16.645, Il. 18.469, Il. 21.349, 415 : Od. 13.29.
In pass. : ἀνὰ πρόθυρον τετραμμένος Il. 19.212 (see ἀνά II.2.b). Cf. Od. 5.71, Od. 12.81.
- 2
To turn or direct the course of in a specified direction : φύγαδε τράπεν ἵππους Il. 8.157, 257. Cf. Il. 16.657, Il. 21.603 : εἰς εὐνὴν τράπεθʼ ἡμέας (send us off to bed) Od. 4.294. Cf. Od. 9.315.
To put to flight : τρέψω Ἀχαιούς Il. 15.261.
- 3
To turn or direct to an indicated course of action : μηδέ σε δαίμων ἐνταῦθα τρέψειεν Il. 9.601.
- 4
To turn or divert the course of : βέλος ἔτραπεν ἄλλῃ Il. 5.187, πάλιν τρέπεν ἵππους Il. 8.432. Cf. Il. 8.399, Il. 12.32, Il. 20.439, Il. 22.16.
In reference to the mind : κατὰ πληθὺν λυκίων τράπε θυμόν Il. 5.676. Cf. Il. 6.61 : τῇ νόον ἔταπεν (diverted her attention) Od. 19.479.
- 5
To turn or divert from an indicated course of action : Ζεὺς ἔτρεψε παραίσια σήματα φαίνων Il. 4.381. Cf. Il. 8.451.
- 6
In mid. and pass.
- a
To turn oneself round, turn round or about : γλαῦκος πρῶτος ἐτράπετο Il. 16.594.
- b
To turn oneself, turn, be turned, in a specified direction : μετὰ δʼ ἐτράπετο Il. 1.199, πεδίονδʼ αἰεὶ τετράφατο Il. 10.189. Cf. Il. 5.605, Il. 13.542, Il. 14.403, Il. 17.227, 598, Il. 18.138, Il. 21.468 : Od. 5.350, Od. 10.528, Od. 17.73, Od. 19.389.
- c
To turn or direct one’s course in a specified direction : μή τις ὀπίσσω τετράφθω Il. 12.273.
To take a turning or winding course, go on a roaming journey : τραφθῆναι ἀνʼ Ἑλλάδα Od. 15.80.
- d
To betake oneself to a specified course of action : ἐπὶ ἔργα τράποντο Il. 3.422. Cf. Il. 23.53 : Od. 1.422=Od. 18.305.
- e
To be turned or diverted from a course : παραί οἱ ἐτράπετʼ ἔγχος Il. 11.233 = Il. 13.605. Cf. Il. 11.237.
Of changing one’s mind or liking : ἐπεὶ Διὸς ἐτράπετο φρήν (his mind has changed) Il. 10.45. Cf. Il. 17.546 : κραδίη μοι τέτραπτο νέεσθαι Od. 4.260. Cf. Od. 3.147, Od. 7.263.
- f
Of the flesh, to change colour : τοῦ κακοῦ τρέπεται χρώς Il. 13.279. Cf. Il. 13.284, Il. 17.733 : Od. 21.413.
- a
- 7
Intrans. for reflexive=6.c : περὶ δʼ ἔτραπον ὧραι (had returned on their course) Od. 10.469.
- 1
- 1turn
- a turn back, put to flight ὅτʼ ἀλκάεντας Δαναοὺς τρέψαις ἁλίαισιν πρύμναις Τήλεφος ἔμβαλεν O. 9.72 τράπε δὲ Κύκνεια μάχα καὶ ὑπέρβιον Ἡρακλέα O. 10.15 παῦροι δὲ βουλεῦσαι φόνου παρποδίου νεφέλαν τρέψαι ποτὶ δυσμενέων ἀνδρῶν στίχας χερσὶ καὶ ψυχᾷ δυνατοί N. 9.38
- b turn, met. τὰ καλὰ τρέψαντες ἔξω i. e. so as to conceal what is bad P. 3.83
- c turn, guide, lead c. πρὸς, ἐς; inf., met. σύν τοι τίν κεν ἁγητὴρ ἀνὴρ δᾶμον γεραίρων τράποι σύμφωνον ἐς ἡσυχίαν P. 1.70 ἐς κακὸν τρέψαις ἐδαμάσσατό νιν P. 3.35 ἔτραπεν καὶ κεῖνον ἀγάνορι μισθῷ χρυσὸς ἄνδρʼ ἐκ θανάτου κομίσαι P. 3.55 “καὶ γὰρ σέ ἔτραπε μείλιχος ὀργὰ παρφάμεν τοῦτον λόγον” P. 9.43 ἔστι δὲ καὶ διδύμων ἀέθλων Μελίσσῳ μοῖρα πρὸς εὐφροσύναν τρέψαι γλυκεῖαν ἦτορ I. 3.10 also med., ἀπήμονα εἰς ὄλβον τινὰ τράποιο Θήβαις, ὦ πότνια, πάγκοινον τέρας (Sylburg: τρόποιο codd. Dion. Hal.) Pae. 9.9
- d pass., turn oneʼs steps to, met. νιν αἰνέω πρὸς ἡσυχίαν φιλόπολιν καθαρᾷ γνώμᾳ τετραμμένον O. 4.16 εἰ δὲ τέτραπται (sc. Αἴγινα) θεοδότων ἔργων κέλευθον ἂν καθαράν I. 5.23
- e in tmesis παρά τις ἔτρεψεν ἄμμι θεὸς (v. παρατρέπω) I. 8.10
- Ito turn or direct towards a thing, Hom., etc.; mostly followed by a prep., τρ. τινὰ εἰς εὐνήν to shew him to bed, Od.; τρ. πόλεις ἐς ὕβριν Thuc.; τρ. κεφαλὴν πρὸς ἠέλιον Od.
- 2Pass. to turn oneʼs steps, turn in a certain direction, τραφθῆναι ἀνʼ Ἑλλάδα to roam up and down Greece, Od.; c. acc. cogn., τρέπεσθαι ὁδόν to take a course, Hdt.
- 3Pass. also to turn or betake oneself, εἰς ἀοιδήν Od.; ἐπὶ ἔργα Il.; ἐφʼ ἁρπαγήν Thuc.; πρὸς ληιστείαν Thuc.
- 4Pass. and Mid., of places, to be turned or look in a certain direction, πρὸς ζόφον Od.; πρὸς ἄρκτον, πρὸς νότον Hdt., etc.
- IIto turn, i. e. turn about, τρέπειν ἵππους Il.; τὰ καλὰ τρ. ἔζω to turn the best side outmost, Pind.:—Pass., αἰχμὴ τράπετο the point bent back, Il.; of the solstice, ἐπειδὰν ἐν χειμῶνι τράπηται ἥλιος (v. τροπή I) Xen.
- 2τρ. τὴν αἰτίαν, τὴν ὀργὴν εἴς τινα to divert the blame, the anger upon another, Isae., Dem.:—Pass., in imprecations, ἐς κεφαλὴν τρέποιτο ἐμοί on my head be it! Ar.
- 3to turn another way, to alter, change, νόον, φρένας Hom., etc.; ἐς γέλων τρ. τὸ πρᾶγμα Ar.:—Pass. to be changed, change, Hom., etc.; c. acc. cogn., τρεπόμενος τροπάς undergoing changes, Aeschin.
- IIIto turn or put to flight, rout, defeat, Il., Hdt., etc.; τρ. φύγαδε, Lat. convertere in fugam, Il.; τρ. ἐς φυγήν Eur.;—so, in aor1 mid., to put an enemy to flight, Xen.:—Pass. to be put to flight, turn and flee, Aesch., Xen., etc.; so in Mid., ἐς φυγὴν τραπέσθαι Hdt., Thuc.:—also intr. in Act., φύγαδʼ ἔτραπε Il.
- IVto turn away, keep off, hinder, τρ. τινὰ ἀπὸ τείχεος Il.; βέλος ἔτραπεν ἄλληι Il.
- Vto overturn, like ἀνατρέπω, Aesch.
- VIto turn, apply, τρ. τι ἐς ἄλλο τι Hdt.; ποῦ τέτροφας τὰς ἐμβάδας; what have you made of your shoes? Ar.:—Pass., ποῖ τρέπεται τὰ χρήματα; Ar.
-
…, ὁπότε ἐξέλθοι τὸ μειράκιον, εἰσαρπάσειαν αὐτόν. ἐν δὲ τούτῳ τῷ καιρῷ ἀφικνοῦμαι ἐγὼ ἐκ Πειραιῶς, καὶ τρέπομαι παριὼν ὡς τὸν Λυσίμαχον · ὀλίγον δὲ χρόνον διατρίψαντες ἐξερχόμεθα. οὗτοι δʼ ἤδη μεθύοντες ἐκπηδῶσιν ἐφʼ ἡμᾶς καὶ οἱ…
Lysias, Speeches
-
…γὰρ ἐν ταῖς μάχαις πολλάκις δῆλον γίγνεται ὅτι τό γε ἀποθανεῖν ἄν τις ἐκφύγοι καὶ ὅπλα ἀφεὶς καὶ ἐφʼ ἱκετείαν τραπόμενος τῶν διωκόντων · καὶ ἄλλαι μηχαναὶ πολλαί εἰσιν ἐν ἑκάστοις τοῖς κινδύνοις ὥστε διαφεύγειν θάνατον, ἐάν τις τολμᾷ πᾶν…
Plato, Apology
-
…ὑπὸ νύκτα τῶν πλείστων συμμάχων ἐκ τῶν τάξεων διὰ τὸ πλῆθος τῶν πολεμίων, Λακεδαιμόνιοι μὲν καὶ Τεγεᾶται τοὺς βαρβάρους ἐτρέψαντο, Ἀθηναῖοι δὲ καὶ Πλαταιεῖς πάντας τοὺς Ἕλληνας ἐνίκων μαχόμενοι τοὺς ἀπογνόντας τῆς ἐλευθερίας καὶ ὑπομείναντας τὴν δουλείαν. ἐν…
Lysias, Speeches
-
…θέμις αὐτῷ. καὶ πολὺν μὲν χρόνον ἠπόρουν τί ποτε λέγει · ἔπειτα μόγις πάνυ ἐπὶ ζήτησιν αὐτοῦ τοιαύτην τινὰ ἐτραπόμην. ἦλθον ἐπί τινα τῶν δοκούντων σοφῶν εἶναι, ὡς ἐνταῦθα εἴπερ που ἐλέγξων τὸ μαντεῖον καὶ ἀποφανῶν τῷ χρησμῷ…
Plato, Apology
-
…τὴν ἀρχὴν κατέστησαν, φάσκοντες χρῆναι τῶν ἀδίκων καθαρὰν ποιῆσαι τὴν πόλιν καὶ τοὺς λοιποὺς πολίτας ἐπʼ ἀρετὴν καὶ δικαιοσύνην τραπέσθαι, καὶ τοιαῦτα λέγοντες οὐ τοιαῦτα ποιεῖν ἐτόλμων, ὡς ἐγὼ περὶ τῶν ἐμαυτοῦ πρῶτον εἰπὼν καὶ περὶ τῶν ὑμετέρων…
Lysias, Speeches
-
…ἀδελφὰ τὰ βουλεύματα τοῖς ἔργοις τῶν ἐνθάδε κειμένων ἐπιδεικνύντες, οὐκ ἐπὶ τιμωρίαν τῶν ἐχθρῶν ἀλλʼ ἐπὶ σωτηρίαν τῆς πόλεως ἐτράποντο, καὶ οὔτε ἐλαττοῦσθαι δυνάμενοι οὔτʼ αὐτοὶ πλέον ἔχειν δεόμενοι τῆς μὲν αὑτῶν ἐλευθερίας καὶ τοῖς βουλομένοις δουλεύειν μετέδοσαν ,…
Lysias, Speeches
-
…ἑκάεργος Ἀγήνορι πάντα ἐοικὼς ἔστη πρόσθε ποδῶν, ὃ δʼ ἐπέσσυτο ποσσὶ διώκειν · εἷος ὃ τὸν πεδίοιο διώκετο πυροφόροιο τρέψας πὰρ ποταμὸν βαθυδινήεντα Σκάμανδρον τυτθὸν ὑπεκπροθέοντα · δόλῳ δʼ ἄρʼ ἔθελγεν Ἀπόλλων ὡς αἰεὶ ἔλποιτο κιχήσεσθαι ποσὶν οἷσι · τόφρʼ…
Homer, Iliad
-
…εἰς ἐνιαυτὸν ἥμεθα δαινύμενοι κρέα τʼ ἄσπετα καὶ μέθυ ἡδύ · ἀλλʼ ὅτε δή ῥʼ ἐνιαυτὸς ἔην, περὶ δʼ ἔτραπον ὧραι μηνῶν φθινόντων, περὶ δʼ ἤματα μακρὰ τελέσθη, καὶ τότε μʼ ἐκκαλέσαντες ἔφαν ἐρίηρες ἑταῖροι · δαιμόνιʼ ,…
Homer, Odyssey
-
…ὦ πόποι, ἦ μέγα θαῦμα τόδʼ ὀφθαλμοῖσιν ὁρῶμαι · ἴχνια μὲν τάδε γʼ ἐστὶ βοῶν ὀρθοκραιράων, ἀλλὰ πάλιν τέτραπται ἐς ἀσφοδελὸν λειμῶνα · βήματα δʼ οὔτʼ ἀνδρὸς τάδε γίγνεται οὔτε γυναικὸς οὔτε λύκων πολιῶν οὔτʼ ἄρκτων οὔτε λεόντων ·…
NA, Homeric Hymns
-
…ἐπὶ δʼ αὐτὸς ἔρεισε βαρείῃ χειρὶ πιθήσας · οὐδʼ ἔτορε ζωστῆρα παναίολον, ἀλλὰ πολὺ πρὶν ἀργύρῳ ἀντομένη μόλιβος ὣς ἐτράπετʼ αἰχμή. καὶ τό γε χειρὶ λαβὼν εὐρὺ κρείων Ἀγαμέμνων ἕλκʼ ἐπὶ οἷ μεμαὼς ὥς τε λίς, ἐκ δʼ…
Homer, Iliad