τριπάλαιος
τριπάλαιος, very old
τρι-πάλαιος [ᾰ], α, ον,
- very old, Phryn. PS p.111 B.; cf. τριπάχυιος.
τριπάλαιος, sehr alt, Phryn. in B.A. 64.
τριπάλαιος, very old