τριπτός
τριπτός, rubbed
τριπτός, ή, όν, (τρίβω)
- rubbed or pounded, ἡ ξηρὴ τ. (sc. μᾶζα) Hp. Vict. 2.40; so τριπτή, Gal. 6.510, Poll. 6.76.
τριπτός, ή, όν, vb. de τρίβω : ἡ τριπτός (s. e. μᾶζα) Hpc. 355, 44, sorte de pain.
τριπτός, gerieben, zerrieben, geknetet, zu zerreiben.
τριπτός
- 1well trodden Ὁμήρου[ τρι]πτὸν κατʼ ἀμαξιτὸν ἰόντες (supp. Lobel: δὲ μὴ τρι]πτὸν Snell) Πα. 7B. 11.