Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαλκωμᾶς
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χαλκοῦν
χαλκουργεῖον
χαλκουργέω
χαλκούργημα
χαλκουργία
χαλκουργική
χαλκουργικός
χαλκουργός
χαλκοῦς
Χαλκοῦς
χαλκοφάλαρος
χαλκοφανής
χαλκόφθογγος
χαλκόφι
χαλκοφόρος
χαλκόφωνος
χαλκοχάρμας
χαλκοχάρμης
χαλκοχίτων
χαλκόχρους
χαλκόχυτος
χαλκόω
χαλκύδριον
χαλκώδης
Χαλκωδόνιον ὄρος
Χαλκωδοντιάδης
Χαλκωδοντίδαι
χαλκώδων
Χαλκώδων
χάλκωμα
χαλκωμᾶς
χαλκωμάτιον
χαλκωματουργός
χαλκών
Χάλκων
χαλκώνητος
χαλκῶνυξ
χαλκωρυχεῖον
χαλκωρυχέω
χαλκωρυχία
χαλκωρύχιον
χαλκωρύχος
χαλκωτήρ
χαλμαίας
Χάλος
Χαλυβδικός
χαλυβδικός
Χάλυβες
χαλυβηΐς
Χαλυβηΐς
χαλυβικός
Χαλυβικός
χάλυβος
Χάλυβος
Χαλυβώνιος
Χάλυψ
χάλυψ
χαμάδις
χαμαδύτης
χαμᾶζε
χαμᾶθεν
…
χαλκωμᾶς
Save
LSJ
χαλκ-ωμᾶς, ᾶτος, ὁ,
= χαλκωματουργός,
PLond.
3.1170v. 244, 257 (iii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}