Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαλκών
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χαλκούργημα
χαλκουργία
χαλκουργική
χαλκουργικός
χαλκουργός
χαλκοῦς
Χαλκοῦς
χαλκοφάλαρος
χαλκοφανής
χαλκόφθογγος
χαλκόφι
χαλκοφόρος
χαλκόφωνος
χαλκοχάρμας
χαλκοχάρμης
χαλκοχίτων
χαλκόχρους
χαλκόχυτος
χαλκόω
χαλκύδριον
χαλκώδης
Χαλκωδόνιον ὄρος
Χαλκωδοντιάδης
Χαλκωδοντίδαι
χαλκώδων
Χαλκώδων
χάλκωμα
χαλκωμᾶς
χαλκωμάτιον
χαλκωματουργός
χαλκών
Χάλκων
χαλκώνητος
χαλκῶνυξ
χαλκωρυχεῖον
χαλκωρυχέω
χαλκωρυχία
χαλκωρύχιον
χαλκωρύχος
χαλκωτήρ
χαλμαίας
Χάλος
Χαλυβδικός
χαλυβδικός
Χάλυβες
χαλυβηΐς
Χαλυβηΐς
χαλυβικός
Χαλυβικός
χάλυβος
Χάλυβος
Χαλυβώνιος
Χάλυψ
χάλυψ
χαμάδις
χαμαδύτης
χαμᾶζε
χαμᾶθεν
χαμαί
χαμαιάκτη
χαμαιβάλανος
…
χαλκών
Save
LSJ
χαλκ-ών, ῶνος, ὁ, cited as a collective noun by
Hdn.Gr.
1.29.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}