Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χιτωνίζω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χιονόμελι
χιονόομαι
χιονόπεζα
χιονοτρόφος
χιονόχροος
χιονόχρους
χιονόχρως
χιονόω
χιονώδης
χιονωπός
χιονωτός
Χίος
Χῖος
χῖος
Χιουργής
χιουργής
χιόω
χιραλέος
χίραμα
χιράς
χιροπόδης
χιρόπους
Χίρων
χιτάναλλον
χιτών
χιτωνάριον
Χιτωνέα
χιτώνη
Χιτώνη
χιτωνία
χιτωνίζω
χιτώνιον
χιτωνισκάριον
χιτωνίσκιον
χιτωνίσκος
χιτωνοπώλης
χιωδῶς
χιών
Χίων
Χιωνίδης
χλαβός
χλαδ
χλάδω
χλάζω
χλαῖνα
χλαίνη
χλαινηφόρος
χλαινίζω
χλαινίον
χλαινιστής
χλαινοθήρας
χλαινουργική
χλαινουργός
χλαινόω
χλαίνωμα
χλαμυδηφόρος
χλαμύδιον
χλαμυδίσκη
χλαμυδοειδής
χλαμυδόομαι
χλαμυδοποιία
…
χιτωνίζω
Save
Pape
χιτωνίζω
,
mit einem Unterkleide bedecken
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}