χορτοκόπιον
χορτοκόπιον, meadow
χορτο-κόπιον, τό,
- meadow, BSA 22.197 (Olymus), Dsc. 2.147, 3.18, Gp. 3.6.7.
χορτο·κόπιον, ου (τὸ) c. le préc. Diosc. 3, 21 ; Geop. 3, 6, 7.
χορτοκόπιον, τό, = χορτοκοπεῖον.