χορτοπάτητος
χορτοπάτητος, threshed straw
χορτο-πάτητος [ᾰ], ον: neut.,
- threshed straw, ἐσθίουσι χ. μικτὸν ἀχύρῳ ἐπὶ τῆς ἄλω POxy. 1734.4, al. (ii/iii A. D.).