χρεώμενος
χρεώμενος, Ion. part. of χράομαι, Il. 23.834.
χρεώμενος, η, ον, ion. c. χρώμενος, part. de χράομαι.
χρεώμενος, s. χράομαι.
χρεώμενος
pres. pple. mid. χράω1.
χρεώμενος : see χράομαι.