Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χρεώστημα
χρεώστημα, debt
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χρεοκοπέω
χρεοκοπία
χρεοκοπίδαι
χρεοκοπίδης
χρεοκόπος
χρεολυτέω
χρέομαι
χρεόμενος
χρεόν
χρεονόμος
χρέος
χρεοφειλέτης
χρεοφείλης
χρεοφυλάκιον
χρέψ
χρεώ
χρέω
χρεωκοπέω
χρεωκοπία
χρεωκοπίδης
χρεωκόπος
χρεωλυτέω
χρεωλύτησις
χρέωμαι
χρεώμενος
χρεών
χρέωνται
χρέως
χρεωστεύω
χρεωστέω
χρεώστημα
χρεώστης
χρεώστησις
χρεωστία
χρεωστικός
χρεωστικῶς
χρεωφειλέτης
χρεωφείλημα
χρεωφείλης
χρεωφυλακέω
χρεωφυλακία
χρεωφυλακικός
χρεωφυλάκιον
χρεωφύλαξ
χρεωφυλάσσω
χρή
χρῇ
χρῆ
χρῄδδω
χρηέομαι
χρήεσσι
χρῄζω
χρηΐα
χρηΐζω
χρηΐσκομαι
χρῆμα
χρηματαγωγός
χρηματίας
χρηματίζω
χρηματικός
χρημάτισις
…
χρεώστημα
Save
χρεώστημα, debt
LSJ
χρεώσ-τημα, ατος, τό,
debt,
Hsch.
,
Phot.
s.v. ὄφλημα.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}