Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χρεονόμος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χρεμετισμός
χρεμετιστικός
χρέμης
Χρέμης
χρεμίζω
χρεμίς
χρέμμα
χρέμπτομαι
χρεμπτόν
Χρέμυλος
χρέμυς
χρέμψ
χρεμψιθέατρος
χρέμψις
χρέμω
Χρέμων
χρέο
χρεο
χρεοδοσία
χρεοδοτέω
χρεοκ-
χρεοκοπέω
χρεοκοπία
χρεοκοπίδαι
χρεοκοπίδης
χρεοκόπος
χρεολυτέω
χρέομαι
χρεόμενος
χρεόν
χρεονόμος
χρέος
χρεοφειλέτης
χρεοφείλης
χρεοφυλάκιον
χρέψ
χρεώ
χρέω
χρεωκοπέω
χρεωκοπία
χρεωκοπίδης
χρεωκόπος
χρεωλυτέω
χρεωλύτησις
χρέωμαι
χρεώμενος
χρεών
χρέωνται
χρέως
χρεωστεύω
χρεωστέω
χρεώστημα
χρεώστης
χρεώστησις
χρεωστία
χρεωστικός
χρεωστικῶς
χρεωφειλέτης
χρεωφείλημα
χρεωφείλης
χρεωφυλακέω
…
χρεονόμος
Save
LSJ
χρεονόμος, ὁ, dub. sens., title of an official,
BSA
26.166 (Sparta, ii A. D.).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}