χρέος
χρέος, that which one needs must pay, an obligation, debt
- I that which one needs must pay, obligation, debt, Ἄρης . . χρέος καὶ δεσμὸν ἀλύξας Od. 8.353, cf. 355; χρεῖος ἀποστήσασθαι, i.e. pay it in full, Il. 13.746: esp. of the obligation to restore or pay for ‘lifted’ cattle and plunder, so the heralds of the Pylians summoned to share in booty all οἷσι χρεῖος ὀφείλετʼ· . . πολέσιν γὰρ Ἐπειοὶ χρεῖος ὄφειλον (where Sch. A, τὰ περιελασθέντα ἐκ τῆς Πύλου ὑπὸ τῶν Ἐπειῶν θρέμματα χρέως καλεῖ) Il. 11.686, cf. Od. 3.367, 21.17; later simply, debt, αὐτὸς ἔτεισε . . χρέος Thgn. 205; ἀρᾶς τίνει χ. pays the debt demanded by the curse, A. Ag. 457 (lyr.); μή τι πέρα χρέος . . πόλει προσάψῃς debt, i. e. guilt, S. OC 235 (lyr.); χ. πράσσειν τινά exact payment of a debt from one, Pi. O. 3.7; ἐμὸν καταίσχυνε χ. dishonoured my debt, i.e. dishonoured me for not paying my debt, for not keeping my promise, ib. 10(11).8; τεὸν χ. the debt due to thee, Id. P. 8.33: in Com. and Prose, χ. ἀποδιδόναι repay a debt, Hdt. 2.136 (where also we have χ. διδόναι to give a loan, and χ. λαμβάνειν to receive a loan), cf. Ar. Nu. 117, Pl. Plt. 267a; ἔχω χ. ὡς εἰπεῖν οὐδὲν ἀνδρὸς Ἕλληνος I know of nothing that 1 owe to any man of Greece, Hdt. 3.140; χ. ἀπαιτεῖν Plu. Oth. 2; τὰ ὑπάρχοντα τῶν χ. ἀνεῖσθαι Id. Sol. 15; τὸ ἐπὶ τὴν τράπεζαν χρέως (sc. ὀφειλόμενον) D. 33.24; ὢ καλὸν εἰς ἄλοχον θέμενος χ., like χάριν θέσθαι (v. τίθημι A. II.7 fin.), Epigr. in Arch.Pap. 1.220 (Ptolemaic); ἔχειν εἴς τι χ. Plu. Caes. 48: pl., debts, Hes. Op. 647, Ar. Nu. 13, etc.; χρειῶν λύσις Hes. Op. 404; χρέα ἀπολαβεῖν And. 3.15; χρέα ἐπὶ τόκοις ὀφειλόμενα Is. 11.42; τὴν οὐσίαν ἅπασαν χρέα κατέλιπον left all the property in outstanding debts, D. 38.7; εἰσπραχθέντα χρέα ibid.; ἐκπληρῶσαι τὸ χ. ἅπαν pay it, Pl. Lg. 958b; τὸ χ. διαλυέτω SIG 306.46 (Tegea, iv B. C.), cf. Plu. Luc. 20 (Pass.); πρὸς τὰ χ. ἀπάγεσθαι Plb. 38.11.10, D.H. 4.9:—cf. ἀποκοπή.
- 2 metaph., the debt that all must pay, fate, death, οὐκ ἔστι τὸ χ. φυγεῖν Alciphr. 1.25; τὸ τῆς ψυχῆς ἀπαιτηθεὶς χ. LXX Wi. 15.8; also ἂν μή τις θᾶττον ὡς χ. ἀποδιδῷ τὸ ζην Pl. Ax. 367b; ὁπότε εἰς τὸν ἀέρα ἀναδράμῃ τὸ χ. (sc. ἡ ψυχή, regarded as lent to the body) Vett.Val. 330.33.
- II in Poets, business, affair, matter, ἑὸν αὐτοῦ χρεῖος ἐελδόμενος Od. 1.409, cf. 2.45; χρέος πᾶν ἐπικραίνεις, of Pelasgos, A. Supp. 374 (lyr.); purpose, object, εἰ μὲν γὰρ ὑμῖν μὴ τόδʼ ἐκπράξω χρέος ib. 472, cf. S. OT 156 (lyr.); πᾶν ὃ θέλεις . . χ. ἐκτετέλεσται Theoc. 25.53: c. gen., σὸν οὐκ ἔλασσον ἢ κείνης χ. your affair, E. Hec. 892.
- 2 almost = χρῆμα, thing, τί χρέος; = τί χρῆμα; A. Ag. 85 (anap.), E. Heracl. 95 (lyr.), cf. S. OC 251 (lyr.); ἐφʼ ὅ τι χ. ἐμόλετε E. Or. 150 (lyr); τί χ. ἔβα δωμα; Id. Fr. 1011 (lyr.); τί καινὸν ἦλθε δώμασιν χ.; Id. HF 530, cf. Ar. Nu. 30 (with play on signf. I), Theoc. 24.66.
- 3 ἐλάφους, μέγα τι χ. (cf. χρῆμα II.3) Call. Dian. 100.
- III in Od. 11.479, ἦλθον Τειρεσίαο κατὰ χρέος seems to be = Τειρεσίᾳ χρησόμενος (10.492) to consult him.
- 2 elsewh. κατὰ χρέος means according to what is needful, in due fashion, h.Merc. 138, A.R. 3.189, Arat. 343.
- IV duty, task, charge, office, ἦλθε τωὔτʼ ἐπὶ χρέος Pi. O. 1.45, cf. 7.40; οἷς τόδʼ ἦν χρέος A. Pers. 777, cf. Th. 20; τὸ σὸν μελέσθω . . φρουρῆσαι χρέος S. El. 74, cf. E. Or. 1253 (lyr.), IT 883 (lyr.).
- V τὸ συνδρῶν χ. the circumstance of being an accomplice, E. Andr. 337.
- VI anything useful or serviceable, χρεῶν χρηΐζοντι μετάδοσιν ποιήσασθαι Hp. Jusj.; δέκα στατῆρανς καταστασεῖ, τῶ δὲ χρήϊος ( = χρέους) διπλεῖ ὄτι κʼ ὀ δικαστὰς ὀμόσει συνεσσάκσαι Leg.Gort. 3.14, cf. 11, GDI 5100.11 (Malla).
- 2 value, validity, μηδὲν ἐς χρῆος (or χρέος) ἤμην τὰν δόσιν the gift shall be of no value, i. e. invalid, Leg.Gort. 10.24, cf. 31.
- VII παρὰ χρέος, = παραχρῆμα, Call. Aet. Oxy. 2080.14 [Fr. 43.14 Pf.] (παραχρῆμʼ ap. Stob.), Nic. Al. 614 (prob. orig. = signf. VIII).
- VIII = χρεία, χρεώ, need, τί δʼ, ὦ τάλας, σε τοῦδʼ ἔχει πλέκους χρέος; Answ. χ. μὲν οὐδέν, βούλομαι δʼ ὅμως λαβεῖν Ar. Ach. 454, cf. Bion Fr. 2.2.
1. verplichting, schuld:
2. poët. behoefte (aan):
1) Bedürfnis, Notdurft, Not, dah. Verlangen, Wunsch ; εἰ μὲν γὰρ ὑμῖν μὴ τόδʼ ἐκπράξω χρέος Aesch. Suppl. 467 ; ἐξανύσεις χρέος Soph. O.R. 157 ; überh. Geschäft, Angelegenheit, Handel, Sache, das, was Einem dringend am Herzen liegt, ἐμὸν αὐτοῦ χρεῖος, meine eigne Angelegenheit, Od. 1.409, 2.45 ; κατὰ χρέος τινὸς ἐλθεῖν, einer Person oder Sache wegen kommen, weil man ihrer bedarf, 11.479 ; vgl. κατὰ τί χρέος ἥκων Luc. salt. 64 ; ἐπὶ τωὐτὸ χρέος ἦλθε Pind. Ol. 1.45, ὅπως γένοισθε πρὸς χρέος τόδε Aesch. Spt. 20 ; ξὺν ἀνδράσιν φίλοισιν, οἷς τόδʼ ἦν χρέος Pers. 763, u. sonst ; σοὶ δʼ ἤδη τὸ σὸν μελέσθω βάντι φρουρῆσαι χρέος Soph. El. 74 ; τί μοι τόδε χρέος ἀπύεις Eur. Or. 1253, u. öfter ; ἐφʼ ὅ, τι χρέος, zu welchem Zwecke, weshalb, z.B. ἐμόλετε, ib. 151 ; χρέος ἔχειν τινός, Etwas nötig haben, Ar. Ach. 429.
2) das, was man notwendig leisten muß, was man abzutragen schuldig ist, die Schuld ; χρεῖος ὀφείλειν τινί, Einem eine Schuld zu entrichten haben, Od. 21.17, Il. 11.688, χρεῖος ὀφείλεταί μοι 11.686, Od. 3.867, χρεῖος ἀποστήσασθαι, eine Schuld zurückwägen, zurückzahlen, Il. 13.746 ; was man versprochen hat, Her. 1.138, Pind. Ol. 3.7, – im, plur., die Schulden, Hes. O. 649 ; ausstehende Schulden, Isae. 8.37, wie Ar. Nub. 13, 30 ; Plat. Legg. III.684e, Rep. VIII.555d u. sonst ; χρέα ἐπὶ τόκοις ὀφειλόμενα Isae. 11.42 ; τὴν οὐσίαν ἅπασαν χρέα κατέλιπον Dem. 38.7 ; Sp. – Auch übertr., eine abzubüßende Schuld, ein Vergehen ; Theogn. 205 ; δημοκράντου δʼ ἀρᾶς τίνει χρέος Aesch. Ag. 445 ; μή τι πέρα χρέος ἐμᾷ πόλει προσάψῃς Soph. O.C. 234 ; – Schuldigkeit, Gebühr, Pflicht, κατὰ χρέος, wie sichʼs gebührt, ziemt, H.h. Merc. 138 ; Arat. Phaen. 343 ; κατὰ χρέος, ῃπερ ἐῴκει Ap.Rh. 3.189 ; – die allgemeine Schuld, welche der Mensch der Natur zu entrichten hat, bes. der Tod.
3) Gebrauch, Nutzen, eine Sache, die zu benutzen ist, wie χρῆμα, μέγα τι χρέος, ein großes Stück, Tier, Callim. Dian. 104.
See χρεῖος.
- a debt met., of praise owed to the victor στέφανοι πράσσοντί με τοῦτο θεόδματον χρέος O. 3.7 ὁ μέλλων χρόνος ἐμὸν καταίσχυνε βαθὺ χρέος O. 10.8 τὸ δʼ ἐν ποσί μοι τράχον ἴτω τεὸν χρέος, ὦ παῖ, νεώτατον καλῶν P. 8.33 ἐμὲ δʼ οὖν τις ἀοιδᾶν δίψαν ἀκειόμενον πράσσει χρέος, αὖτις ἐγεῖραι καὶ παλαιὰν δόξαν ἑῶν προγόνων P. 9.104
- b service, duty ἦλθε καὶ Γανυμήδης Ζηνὶ τωὔτʼ ἐπὶ χρέος O. 1.45 Ὑπεριονίδας μέλλον ἔντειλεν φυλάξασθαι χρέος παισὶν φίλοις, ὡς ἂν θεᾷ πρῶτοι κτίσαιεν βωμὸν O. 7.40
- Ithat which one needs must pay, an obligation, debt, Od.; a debt for stolen cattle, Il.; χρεῖος ἀποστήσασθαι to pay a debt in full, Il.; ἀρᾶς τίνει χρ. pays the debt demanded by the curse, Aesch.; χρέος πόλει προσάπτειν to attach a further debt, i.e. guilt to the city, Soph.; χρέος ἀποδιδόναι to repay a debt, Hdt., Ar.:—in pl. debts, χρειῶν λύσις Hes.; τὴν οὐσίαν ἅπασαν χρέα κατέλιπε left all the property in outstanding debts, Dem.
- IIa needful business, an affair, matter, ἑὸν αὐτοῦ χρεῖος Od.: a requirement, a purpose, Soph.: c. gen., like χάριν, for the sake of, σὸν οὐκ ἔλασσον ἢ κείνης χρέος Eur.
- 2like χρῆμα, a thing, τί χρέος; τί χρῆμα; wherefore? Aesch.; ἐφʼ ὅ τι χρ. ἐμόλετε; Eur.
- IIIin Od., ἦλθον Τειρεσίαο κατὰ χρέος seems to be = Τειρεσίᾳ χρησόμενος, I came to consult him:—but, κατὰ χρέος according to what is due, as is meet, Hhymn.
- IVa duty, task, charge, office, Pind., Trag.
- V= χρεία, want, need, τί δὲ τοῦδʼ ἔχει πλέκους χρέος; Ar.
-
…ὑμῖν σάφα εἴπω, ὅτε πρότερός γε πυθοίμην, οὔτε τι δήμιον ἄλλο πιφαύσκομαι οὐδʼ ἀγορεύω, ἀλλʼ ἐμὸν αὐτοῦ χρεῖος, ὅ μοι κακὰ ἔμπεσεν οἴκῳ δοιά · τὸ μὲν πατέρʼ ἐσθλὸν ἀπώλεσα, ὅς ποτʼ ἐν ὑμῖν τοίσδεσσιν βασίλευε…
Homer, Odyssey
-
…βὰς ὁ ματροφόνος ἀτίτας. ὁ δʼ αὖτέ γʼ οὖν ἀλκὰν ἔχων περὶ βρέτει πλεχθεὶς θεᾶς ἀμβρότου ὑπόδικος θέλει γενέσθαι χρεῶν. τὸ δʼ οὐ πάρεστιν · αἷμα μητρῷον χαμαὶ δυσαγκόμιστον, παπαῖ, τὸ διερὸν πέδοι χύμενον οἴχεται. ἀλλʼ…
Aeschylus, Eumenides
-
…ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ Ῥωμαίοις ὁ δῆμος καὶ ἡ βουλὴ πολλάκις ἐς ἀλλήλους περί τε νόμων θέσεως καὶ χρεῶν ἀποκοπῆς ἢ γῆς διαδατουμένης ἢ ἐν ἀρχαιρεσίαις ἐστασίασαν · οὐ μήν τι χειρῶν ἔργον ἔμφυλον ἦν, ἀλλὰ διαφοραὶ μόναι…
Appian, The Civil Wars
-
…δʼ ἄβυσσον πέλαγος οὐ μάλʼ εὔπορον τόδʼ ἐσβέβηκα, κοὐδαμοῦ λιμὴν κακῶν. εἰ μὲν γὰρ ὑμῖν μὴ τόδʼ ἐκπράξω χρέος, μίασμʼ ἔλεξας οὐχ ὑπερτοξεύσιμον. εἰ δʼ αὖθʼ ὁμαίμοις παισὶν Αἰγύπτου σέθεν σταθεὶς πρὸ τειχέων διὰ μάχης ἥξω τέλους…
Aeschylus, Suppliant Women
-
…ὁμηλικίη μεγαθύμου Τηλεμάχοιο. ἔνθα κε λεξαίμην κοίλῃ παρὰ νηὶ μελαίνῃ νῦν · ἀτὰρ ἠῶθεν μετὰ Καύκωνας μεγαθύμους εἶμʼ ἔνθα χρεῖός μοι ὀφέλλεται, οὔ τι νέον γε οὐδʼ ὀλίγον. σὺ δὲ τοῦτον, ἐπεὶ τεὸν ἵκετο δῶμα, πέμψον…
Homer, Odyssey
-
…· ἡ γὰρ νέους ἕρποντας εὐμενεῖ πέδῳ, ἅπαντα πανδοκοῦσα παιδείας ὄτλον, ἐθρέψατʼ οἰκητῆρας ἀσπιδηφόρους πιστοὺς ὅπως γένοισθε πρὸς χρέος τόδε. καὶ νῦν μὲν ἐς τόδʼ ἦμαρ εὖ ῥέπει θεός · χρόνον γὰρ ἤδη τόνδε πυργηρουμένοις καλῶς τὰ πλείω…
Aeschylus, Seven Against Thebes
-
…ποιέειν οὐκ ἔξεστι, ταῦτα οὐδὲ λέγειν ἔξεστι. αἴσχιστον δὲ αὐτοῖσι τὸ ψεύδεσθαι νενόμισται, δεύτερα δὲ τὸ ὀφείλειν χρέος, πολλῶν μὲν καὶ ἄλλων εἵνεκα, μάλιστα δὲ ἀναγκαίην φασὶ εἶναι τὸν ὀφείλοντα καί τι ψεῦδος λέγειν. ὃς…
Herodotus, The Histories
-
…ἐκ δʼ ὃ γέρων ἀγέλην τε βοῶν καὶ πῶϋ μέγʼ οἰῶν εἵλετο κρινάμενος τριηκόσιʼ ἠδὲ νομῆας. καὶ γὰρ τῷ χρεῖος μέγʼ ὀφείλετʼ ἐν Ἤλιδι δίῃ τέσσαρες ἀθλοφόροι ἵπποι αὐτοῖσιν ὄχεσφιν ἐλθόντες μετʼ ἄεθλα · περὶ τρίποδος γὰρ ἔμελλον θεύσεσθαι ·…
Homer, Iliad
-
…μὲν οὐ πρήξεις, σὺ δʼ ἐτώσια πόλλʼ ἀγορεύσεις · ἀχρεῖος δʼ ἔσται ἐπέων νομός. ἀλλά σʼ ἄνωγα φράζεσθαι χρειῶν τε λύσιν λιμοῦ τʼ ἀλεωρήν. οἶκον μὲν πρώτιστα γυναῖκά τε βοῦν τʼ ἀροτῆρα, κτητήν, οὐ γαμετήν ,…
Hesiod, Works and Days
-
…δάμιον. πρύτανις ἄκριτος ὤν, κρατύνεις βωμόν, ἑστίαν χθονός, μονοψήφοισι νεύμασιν σέθεν, μονοσκήπτροισι δʼ ἐν θρόνοις χρέος πᾶν ἐπικραίνεις · ἄγος φυλάσσου. ἄγος μὲν εἴη τοῖς ἐμοῖς παλιγκότοις, ὑμῖν δʼ ἀρήγειν οὐκ ἔχω βλάβης ἄτερ…
Aeschylus, Suppliant Women