ἀγκαλίζομαι
ἀγκαλίζομαι, to embrace
ἀγκᾰλ-ίζομαι,
- embrace, ὅστις κακὸν ἀγκαλίζεται Semon. 7.77; εἰς τρυΦερὰς ἠγκαλίσασθε χέρας AP 12.122 (Mel.), cf. Man. 1.45; χεροῖν εἴδωλον ἠγκαλισμένος Lyc. 142: ἀγκαλιζόμενος in pass. sense, Aesop. 366.
1 abrazar
κακὸν τοιοῦτον
προσίκτην θαλλόν
εἰς τρυφερὰς ἠγκαλίσασθε χέρας
χεροῖν εἴδωλον ἠγκαλισμένος
• en la lucha
ἀλλήλους ἀγκαλιζομένους
ἀγ]καλίζεταί νιν ἁ θυγάτηρ
• tb. en v. pas.
ἀγκαλιζόμενον παρὰ τῆς μητρός
2 en v. act. hacer brazadas o gavillas
ἀνκαλίζοντες (sic)
braceros, gavilladores
ἀγκαλίζομαι (seul. prés., ao. ἠγκαλισάμην, pf. ἠγκάλισμαι) [κᾰ]
1 dép. prendre ou tenir dans ses bras, embrasser, Sim. am. Iamb. fr. 7, 77 ; Lyc. 142, etc. ||
2 pass. être embrassé, Es. 366 Halm.
Étym. ἀγκαλίς.
ἀγκαλίζομαι, umarmen, τινά, Sim. mul. 77 ; Mel. 23 (XII.122); sp.D.; auch Plut. Symp. 2.4, von Ringern, ἀλλήλους.
ἀγκαλίζομαι
= ἀγκάζομαι
- Ito embrace, Anth.
- IIἀγκαλιζόμενος in pass. sense, Aesop.