ἄγκαλος
ἄγκαλος, an armful, bundle
ἄγκᾰλ-ος, ὁ,
- armful, bundle, h.Merc. 82.
brazada, haz
συνδήσας ... ἀγκάλῳ ὥρην
ἄγκαλος, ου (ὁ) [κᾰ] brassée, faisceau, Hh. Merc. 82.
Étym. cf. ἀγκάλη.
ἄγκαλος, ὁ, Armvoll, ὕλης H.h. Merc. 82.
ἄγκαλος
ἀγκάλη
- an armful, bundle, Hhymn.