About Report a problem

Menu

ἀγωνιστήριος

ἀγωνιστήριος, place of assembly

ἀγων-ιστήριος, α, ον, also ος, ον (Poll. 4.89),
  • = ἀγωνιστικός, κύβηλις Anaxipp. 6.6.
    • II ἀγωνιστήριον, τό, place of assembly, Aristid. 1.108 J.

Saved

Recent