ἀποδράς Save LSJ DGE Grieks Nederlands Cunliffe Homer Autenrieth Homer ἀποδράς, v. ἀποδιδράσκω. ἀποδράς v. ἀποδιδράσκω. ἀποδράς ptc. stamaor. van ἀποδιδράσκω. ἀποδράς aor. pple. ἀποδιδράσκω. ἀποδράς : see ἀποδιδράσκω.