ἀποδυσπέτημα Save LSJ DGE Pape ἀποδυσ-πέτημα, ατος, τό, = sq., Sch. Luc. Tim. 3 (pl.). ἀποδυσπέτημα -ματος, τό desesperación Sch.Luc.Tim.3. ἀποδυσπέτημα, = ἀποδυσπέτησις, Schol. Luc. Tim. 5.