ἀπομαστίδιον
ἀπομαστίδιον, suckling
ἀπομαστίδιον, τό,
- suckling, E. Hyps.Fr. 64.94.
bebé, niño de teta
ἀπομαστίδιόν γ' ἐμῶν στέρνων
ἀπομαστίδιον, suckling
bebé, niño de teta
ἀπομαστίδιόν γ' ἐμῶν στέρνων