ἀπομαστιγόω
ἀπομαστιγόω, to scourge severely
ἀπομαστῑγόω,
- scourge severely, Hdt. 3.29, 8.109.
dar latigazos
ὃς καὶ τὴν θάλασσαν ἀπεμαστίγωσε
τοὺς ἱερέας
δοῦλον
ἀπο·μαστιγόω-ῶ [ῑ] fouetter durement, Hdt. 3, 29, etc.
ἀπομαστιγόω, [ῑ], ab-, durchpeitschen, Her. 8.109.
ἀπομαστιγόω
- to scourge severely, Hdt.