ἄλειπτος
ἄλειπτος, not left behind, unconquered
- not left behind, unconquered, πυθαύλης, περιοδονίκης, IG 14.737,1102, cf. D.Chr. 28.9, PLond. 3.1178.54 (ii A. D.). Adv. -τως perfectly, Porph. in Cat. 124.2.
I
1 agon., de atletas no superado, invicto D.Chr.28.9, SB 5725 (imper.),
οὕσπερ καὶ μόνους (ἀγῶνας) ἠγωνίσατο ἄ.
πύκτης ἄ.
τρισπερίοδος ἄ.
παγκρατιαστὴς περιοδονίκης ἄ.
ἐκ παιδὸς ἄ.
ῥητιάρις πέντε πυκτεύσας ἄ.
ἄ. ἀπέθανε
II adv. -ως
1 de manera invencible, fig. sin desaliento
ἐξ ἰδίων καμάτων, βίον ἀσκήσαντες ἀλίπτως
2 íntegramente
τὴν ἀπόδοσιν φανήσεταί σοι ὀρθῶς ἀποδιδομένη καὶ ἀλείπτως
ἀ. εἰπεῖν
hablar sin dejar nada por decir