ἄλινσις
ἄλινσις, εως, ἡ,
- = ἄλειψις, τοῦ ἐργαστηρίου IG 4.1484.39 (Epid.). ἅλιντος· ἅμιλλα, Hsch.
revoque, enlucido
ἄ. τοῦ ἐργαστηρίου καὶ κονίασις
revoque, enlucido
ἄ. τοῦ ἐργαστηρίου καὶ κονίασις