ἅλινος
ἅλινος, of salt
ἅλῐνος, η, ον, (ἅλς)
- of salt, χόνδροι Hdt. 4.185; τοῖχοι ibid.; οἰκίαι Str. 16.3.3.
de sal
χόνδροι
οἰκίαι
ἅλινος, η, ον [ᾰῐ] de sel, Hdt. 4, 185.
Étym. ἅλς.
ἅλινος, aus Salz gemacht, τοῖχοι Her. 4.185.
ἅλινος
ἅλς
- of salt, Hdt.