ἐγκαινίς Save LSJ Pape ἐγκαιν-ίς, ίδος, ἡ, dub. sens. in Agath. 5.21. (Perh. ἐγκενίς, = ἐπηγκενίς.) ἐγκαινίς, ίδος, ἡ, od. ἐγκενίς, VLL = ἐπηγκενίς.