ἐγκαινισμός
ἐγκαιν-ισμός, ὁ, = foreg. [ἐγκαίνισις], LXX 1 Ma. 4.56 (v.l. -ιασμός), Nu. 7.10, al.
1 renovación
ἓν γάρ ἐστι τὸ βάπτισμα καὶ εἷς ὁ ἐ.
2 en relig. jud.- crist. consagración c. gen.
τοῦ θυσιαστηρίου
τοῦ βωμοῦ
τοῦ ἱεροῦ τοῦ κυρίου
(πάντες) ἐποίησαν τὰ ἐγκαίνια, καὶ προσήνεγκαν εἰς τὸν ἐγκαινισμόν
• dedicación
τῆς εἰκόνος
3 fig. inauguración
ὁδοῦ
del «camino» abierto por Jesucristo
ἐγκαινισμός, οῦ (ὁ)
1 consécration, Spt. 1 Macc. 4, 59 ; 2 Par. 7, 9 ; Num. 7, 10 ||
2 régénération, Bas. de Pœnit. p. 619.
Étym. ἐγκαινίζω.
ἐγκαινισμός, ὁ, = ἐγκαίνισις, LXX.