ἐγκαταδαμάζω
ἐγκαταδαμάζω, overpower
ἐγκατα-δᾰμάζω,
- overpower:—Pass., ὑπὸ κωνώπων ἐγκαταδαμασθείς dub. in Hp. Epid. 7.79 (sed leg. ἐν καταδήγμασιν).
ἐγ·καταδαμάζω [δᾰ] (ao. pass. part. -δαμασθέν) cribler de piqûres, Hpc. 1229e.
Étym. ἐν, κ.