ἐγκαταριθμέω
ἐγκαταριθμέω, count, number, reckon in
ἐγκατᾰριθμέω,
- count, number, reckon in or among, τὴν ἔκφρασιν τοῖς γυμνάσμασιν Hermog. Prog. 10, cf. Alex.Aphr. in Metaph. 46.9:— Pass., to be counted in or among, Arist. SE 167b24.
contar entre, incluir en, c. ac. y dat. o ἐν y dat.
φάρμακα τοῖς πρὸς τὰς ἄφθας χρησίμοις
ταύτην (ἔκφρασιν) ... τοῖς γυμνάσμασιν
ἀμειλίκτων πηγὴν μερικὴν ... ταῖς μερικαῖς πηγαῖς
τι ἐν τοῖς ἀναγκαίοις ἐρωτήμασι
μήτε τὸ Πνεῦμα τὸ ἅγιον ποιήμασιν (Θεοῦ) ἐγκαταριθμεῖται
αὐτὸς ... τοῖς ιβʹ θεοῖς
ἐγ·καταριθμέω-ῶ (pass. pf. part. -κατηριθμημένην) compter au nombre de, dat. Clém. 263.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταριθμέω, mit dazu zählen ; Clem.Al.; τοῖς γυμνάσμασιν Hermogen. progymn. 10.