ἐγκαταρριζόω
1 tr. implantar
ἣν (παράδοσιν) ... ταῖς ἐκκλησίαις
2 en v. med., intr. enraizar, echar raíces
«τὸ κέντρον τοῦ θανάτου» ἐγκατερρίζωται ἡμῖν
ἐγ·καταρριζόω-ῶ (ao. 3 pl. ἐγκατερρίζωσαν) enraciner dans, Bas. 2, 217c.
Étym. ἐν, κ.
1 tr. implantar
ἣν (παράδοσιν) ... ταῖς ἐκκλησίαις
2 en v. med., intr. enraizar, echar raíces
«τὸ κέντρον τοῦ θανάτου» ἐγκατερρίζωται ἡμῖν