ἐγκατασπείρω
ἐγκατασπείρω, to disperse in
- scatter, sow, implant in or among, ἐλπίδα τῷ γένει τῶν ἀνθρώπων Ph. 2.673; τι τῇ ὕλῃ Plu. QPlat. 2.1001b; φήμην Hdn. 2.1.3:—Pass., Plu. Cic. 14, Aen.Gaz. Thphr. p.69 B.
1 dispersar, esparcir, extender c. ac. y dat. loc.
πρὶν ἂν τοῖς βλεφάροις τὸ πάθος ἐγκατασπεῖραι
στρατιῶται ... πόλεσιν
ἰκμάς τις ... τῷ βάθει τῆς γῆς
• agr. sembrar, implantar
τὸν κόκκον τοῦ σινάπεως εἰς τὴν ἀγαθὴν γῆν
ἐκεῖνο ... ὑμῶν ταῖς ἀκοαῖς
2 fig. diseminar, dispersar
τὰ ἡμερότητος ... σπέρματα ταῖς διανοίαις
θειότητος, ἣν ὁ θεὸς ἐγκατέσπειρεν ... τῇ ὕλῃ
διερριμμένως τὰ ζώπυρα τῶν ... δογμάτων
τὰ ... δύσγνωστα ... ἐν τῷ πλάτει καρδίας
τοῖς μὲν οὖν ἀλόγοις οὐδὲν ἀθάνατον ἐγκατέσπαρται
• ref. la palabra difundir
τὸ σόφισμα τοῦτο πᾶσιν
δόξας ... τοῖς πλήθεσιν
φήμην
- to disperse in or among, Plut.