ἐγκαταστηρίζω
ἐγκαταστηρίζω, fix firmly in
ἐγκατα-στηρίζω,
- fix firmly in, Corn. ND 6 (Pass.).
fijar c. ac. y dat.
τὸν λόγον τὸν ἅγιον ... ταῖς καρδίαις αὐτῶν
εἰς τὸ μεσαίτατον αὐτοῦ ὁ λίθος οὗτος
ἐγ·καταστηρίζω, établir solidement sur, Corn. 21.
Étym. ἐν, κ.
ἐγκαταστηρίζω, darin festsetzen, K.S.