ἐκλαμπρύνω
ἐκλαμπρύνω, polish up
ἐκλαμπ-ρύνω,
- polish up, Herod. 7.12 (tm.): adorn, τὸ ἱερὸν κατασκευῇ ἀναθημάτων J. BJ 7.3.3, cf. Max.Tyr. 22.2:—Pass., to be adorned, πόλιν τούτοις -υνθεῖσαν D.H. 2.3.
I
1 adornar
τὸ ἱερόν
• fig.
ἐκλαμπρύνουσι γὰρ αἱ δυνάμεις τοὺς ἄνδρας
πόλιν ... τούτοις ἐκλαμπρυνθεῖσαν
διὰ πάσης ἀρετῆς ἐκλελαμπρυσμένος
2 fig. iluminar v. pas.
οἱ πίστει τῇ εἰς Χριστὸν ἐκλελαμπρυσμένοι
• aclarar, arrojar luz sobre
τὴν ... κόλασιν ἐκλαμπρύνωμεν
II como interpr. de σμώχω ‘moler’
τὸ γὰρ ἐκλαμπρύνειν σμώχειν λέγουσιν
ἐκ·λαμπρύνω [ῡ] faire briller, Jos. B.J. 7, 3, 3 ; au pass. briller, DH. 2, 3.
ἐκλαμπρύνω, hervorleuchten lassen, glänzend machen, Jos. u. a.Sp. – Pass., hervorleuchten, glänzen, τούτοις ἐκλαμπρυνθεῖσα πόλις Dion.Hal. 2.3.