ἐμμογέω
ἐμμογέω, toil in
ἐμμογέω,
- toil in, ἄθλοις Sch. Pi. Pae. 2.57.
afanarse en c. dat.
δεῖ [τοῖς ἄ]θλοις τῆς ἀνδρείας ἐνμογῆσαι
ἐμμογέω, toil in
afanarse en c. dat.
δεῖ [τοῖς ἄ]θλοις τῆς ἀνδρείας ἐνμογῆσαι