About Report a problem

Menu

ἐμπάρειμι

ἐμπάρειμι, be present in

ἐμπάρειμι

existir en, estar presente en c. dat. μίσους ἐμπαρόντος τῇ ψυχῇ Diad.Perf.71, τῇ ἑαυτοῦ διανοίᾳ Diad.Perf.19

• c. εἰς: οὐ γὰρ ἐστι δυνατὸν ... δύω πρόσωπα εἰς αὐτὴν ... ἐμπαρεῖναι Diad.Perf.78.

Saved

Recent