About Report a problem

Menu

ἐπιτρεπτικός

ἐπιτρεπτικός, hortatory

ἐπιτρεπ-τικός, ή, όν,
  • hortatory, Aristid. 2.310 J.; encouraging, γυμνάσιον νεύρων καταλλάξεως ἐπιτρεπτικόν Antyll. ap. Orib. 6.35.1.

Saved

Recent