ἐπιτρεπτικός
ἐπιτρεπτικός, hortatory
ἐπιτρεπ-τικός, ή, όν,
- hortatory, Aristid. 2.310 J.; encouraging, γυμνάσιον νεύρων καταλλάξεως ἐπιτρεπτικόν Antyll. ap. Orib. 6.35.1.
ἐπιτρεπτικός, ή, όν, capable de tourner ou de pousser vers, d’exciter, Antyll. (Orib. 1, 534, 4 B.-Dar.).
Étym. ἐπιτρέπω.
ἐπιτρεπτικός, ή, όν, antreibend, ermahnend, Sp.