About
Menu

ἐπιτριπτικός

ἐπιτριπτικός, irritating, exciting

ἐπι-τριπτικός, ή, όν, (ἐπιτρίβω III)
  • irritating, exciting, λόγοι Antyll. ap. Orib. 6.6.5.

Saved

Recent