ἑρπετόεις
ἑρπετόεις, of reptiles
ἑρπετό-εις, εσσα, εν,
- of reptiles, γένος Opp. C. 2.274.
ἑρπετόεις, όεσσα, όεν, de reptile, Opp. C. 2, 274.
Étym. ἑρπετόν.
ἑρπετόεις, εσσα, εν, zum kriechenden Tiere gehörig, γένος Opp. Cyn. 2.274, d.i. ἑρπετῶν.