ὀγδοηκονταέτης Save Bailly 2024 Pape ὀγδοηκοντα·έτης, par contr. ὀγδωκοντα·έτης, ης, ες, c. ὀγδοηκοντούτης, Sim. (Anth. App. 79). ὀγδοηκονταέτης, u. zsgzn ὀγδοηκοντούτης, achtzigjährig ; Solon.; Luc. Hermot. 77 ; ὀγδωκονταέτης Diotim. 6 (VII.733).