ὄγκησις Save LSJ Bailly 2024 Pape ὄγκ-ησις, εως, ἡ, = ὀγκηθμός I, Corn. ND 21, Ael. NA 5.50. ὄγκησις, εως (ἡ) c. ὀγκηθμός, El. N.A. 5, 50. ὄγκησις, ἡ, = ὀγκηθμός, Ael. H.A. 5.50, 51.