ὀγδοηκοντοῦτις Save Bailly 2024 Pape ὀγδοηκοντοῦτις, ιδος, adj. f. c. le préc. DC. 61, 19. ὀγδοηκοντοῦτις, fem. zu ὀγδοηκοντούτης, DC. 61.19.