Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀγκητικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀγδοηκοντάλιθος
ὀγδοηκοντάπηχυς
ὀγδοηκοντάρουρος
ὀγδοηκοντάς
ὀγδοηκοντατάλαντος
ὀγδοηκοντατέσσαρες
ὀγδοηκοντούτης
ὀγδοηκοντοῦτις
ὀγδοηκοσταῖος
ὀγδοηκοστός
ὀγδοημόριον
ὀγδοιο-
ὄγδοος
ὀγδώκοντα
ὀγδωκονταέτης
ὀγδωκονταέτις
ὅγε
Ὄγκα
Ὀγκαίη
ὀγκαλέω
ὀγκάομαι
ὄγκη
ὀγκηθμός
ὄγκημα
ὀγκηρός
ὀγκηρῶς
ὄγκησις
ὀγκηστής
ὀγκηστικός
ὀγκητής
ὀγκητικός
ὀγκία
ὀγκίαι
ὄγκινος
ὄγκιον
ὀγκοειδής
ὀγκολογέω
ὀγκοπελεθίαν
ὀγκοποιέω
ὄγκος
ὀγκότερος
ὀγκόφωνος
ὀγκόω
ὀγκύλλομαι
ὀγκύλον
ὀγκυλόομαι
ὀγκύλος
ὀγκώδης
ὄγκωμα
ὄγκωσις
ὀγκωτικός
ὀγκωτός
ὀγμεύω
Ὄγμιος
ὄγμος
ὄγυρον
ὀγχέω
Ὀγχησμίτης
Ὀγχήστιος
Ὀγχηστόνδε
Ὀγχηστός
…
ὀγκητικός
Save
Pape
ὀγκητικός
,
brüllend, zum Brüllen geneigt
, nach Schaefer für ὀγκηστικός zu lesen.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}