Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀμιχλόω
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ὁμηροπάτης
Ὅμηρος
ὅμηρος
ὁμηρτῆρες
ὁμιλαδόν
ὁμίλαος
ὁμιλέω
ὁμιληδόν
ὁμίλημα
ὁμίλησις
ὁμιλητέον
ὁμιλητέος
ὁμιλητής
ὁμιλητικός
ὁμιλητός
ὁμιλήτρια
ὁμιλητρίς
ὁμιλία
ὀμίλλω
ὅμιλος
ὀμιχέω
ὀμιχλαίνω
ὁμιχλαίνω
ὀμίχλη
ὁμίχλη
ὀμιχλήεις
ὁμιχλήεις
ὀμιχλοειδής
ὁμιχλοειδής
ὀμιχλόομαι
ὀμιχλόω
ὀμιχλώδης
ὁμιχλώδης
ὄμιχμα
ὀμίχω
ὀμιώμεθα
ὄμμα
ὀμμαδόν
ὀμμάτειος
ὀμματεῖς
ὀμματεργάτης
ὀμματίδιον
ὀμμάτιον
ὀμματογράφος
ὀμματολαμπής
ὀμματόπλουτος
ὀμματοποιός
ὀμματοσταγεῖς
ὀμματοστερής
ὀμματουργός
ὀμματόφυλλα
ὀμματόφυλλον
ὀμματόω
ὀμμάτωσις
ὀμναῖσαι
ὄμνυμι
ὀμνύω
ὁμοαιχμία
ὁμοάριθμος
ὁμοαῦλαξ
ὁμόβιος
…
ὀμιχλόω
Save
Bailly 2024
ὀμιχλόω-ῶ,
couvrir de nuages, obscurcir,
Spt.
Ps.
64, 13
.
Étym.
ὁμίχλη
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}