ὁμιληδόν Save LSJ Bailly 2024 Pape Middle Liddell ὁμῑλ-ηδόν, v. ὁμιλαδόν. ὁμιληδόν [ῑ] adv. c. ὁμιλαδόν, Hés. Sc. 170. ὁμιληδόν, [ῑ], = ὁμιλαδόν, Hes. Sc. 170. ὁμιληδόν = ὁμιλαδόν, Hes.