Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὁμιχλαίνω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμηρόκεντρα
Ὁμηροκέντρον
Ὁμηροκέντρων
ὁμηροκέντρωνες
Ὁμηρομαντεῖον
ὁμηρομαντεῖον
Ὁμηρομάστιξ
ὅμηρον
Ὁμηροπάτης
Ὅμηρος
ὅμηρος
ὁμηρτῆρες
ὁμιλαδόν
ὁμίλαος
ὁμιλέω
ὁμιληδόν
ὁμίλημα
ὁμίλησις
ὁμιλητέον
ὁμιλητέος
ὁμιλητής
ὁμιλητικός
ὁμιλητός
ὁμιλήτρια
ὁμιλητρίς
ὁμιλία
ὀμίλλω
ὅμιλος
ὀμιχέω
ὀμιχλαίνω
ὁμιχλαίνω
ὀμίχλη
ὁμίχλη
ὀμιχλήεις
ὁμιχλήεις
ὀμιχλοειδής
ὁμιχλοειδής
ὀμιχλόομαι
ὀμιχλόω
ὀμιχλώδης
ὁμιχλώδης
ὄμιχμα
ὀμίχω
ὀμιώμεθα
ὄμμα
ὀμμαδόν
ὀμμάτειος
ὀμματεῖς
ὀμματεργάτης
ὀμματίδιον
ὀμμάτιον
ὀμματογράφος
ὀμματολαμπής
ὀμματόπλουτος
ὀμματοποιός
ὀμματοσταγεῖς
ὀμματοστερής
ὀμματουργός
ὀμματόφυλλα
ὀμματόφυλλον
ὀμματόω
…
ὁμιχλαίνω
Save
Pape
ὁμιχλαίνω
,
umnebeln, bewölken
(?).
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}