Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀμφακόκαρπος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμόψυχος
ὁμόω
ὀμόω
ὄμπαξ
ὄμπη
ὄμπνειος
ὀμπνειόχειρ
ὀμπνεύω
ὄμπνη
ὀμπνηρόν
ὀμπνηρός
ὀμπνιακός
ὀμπνικός
ὄμπνιος
ὀμπνιόχειρ
Ὀμύρης
ὀμφά
ὀμφαῖος
ὀμφάκη
Ὀμφάκη
ὀμφακηρός
ὀμφακίας
ὀμφακίζω
ὀμφάκινος
ὀμφάκιον
ὀμφάκιος
ὀμφακίς
ὀμφακισμός
ὀμφακίτης
ὀμφακῖτις
ὀμφακόκαρπος
ὀμφακόμελι
ὀμφακομελίτης
ὀμφακοράξ
ὀμφακορράξ
ὀμφακός
ὀμφακώδης
Ὀμφάλη
ὀμφαλητομία
ὀμφαλητόμος
Ὀμφαλιῆες
ὀμφαλικός
ὀμφάλιον
Ὀμφάλιον
ὀμφάλιος
ὀμφαλίς
ὀμφαλιστήρ
ὀμφαλοειδής
ὀμφαλόεις
ὀμφαλόκαρπος
ὀμφαλός
ὀμφαλοτομητέον
ὀμφαλοτομία
ὀμφαλοτόμος
ὀμφαλώδης
ὀμφαλωτός
ὄμφαξ
ὀμφή
ὀμφήεις
ὀμφητήρ
Ὄμφις
…
ὀμφακόκαρπος
Save
LSJ
ὀμφᾰκό-καρπος,
v.l. for ὀμφαλό-,
Dsc.
3.90, cf.
Gal.
11.834.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}