Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀμπνικός
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὁμοχοῖνιξ
ὁμόχορος
ὁμοχροέω
ὁμόχροια
ὁμοχροίη
ὁμοχροιΐη
ὁμοχρονέω
ὁμόχρονος
ὁμόχροος
ὁμόχρους
ὁμοχρώματος
ὁμόχρωμος
ὁμόχρως
ὁμόχωρος
ὁμοψηφέω
ὁμόψηφος
ὁμοψυχέω
ὁμοψυχία
ὁμόψυχος
ὁμόω
ὀμόω
ὄμπαξ
ὄμπη
ὄμπνειος
ὀμπνειόχειρ
ὀμπνεύω
ὄμπνη
ὀμπνηρόν
ὀμπνηρός
ὀμπνιακός
ὀμπνικός
ὄμπνιος
ὀμπνιόχειρ
Ὀμύρης
ὀμφά
ὀμφαῖος
ὀμφάκη
Ὀμφάκη
ὀμφακηρός
ὀμφακίας
ὀμφακίζω
ὀμφάκινος
ὀμφάκιον
ὀμφάκιος
ὀμφακίς
ὀμφακισμός
ὀμφακίτης
ὀμφακῖτις
ὀμφακόκαρπος
ὀμφακόμελι
ὀμφακομελίτης
ὀμφακοράξ
ὀμφακορράξ
ὀμφακός
ὀμφακώδης
Ὀμφάλη
ὀμφαλητομία
ὀμφαλητόμος
Ὀμφαλιῆες
ὀμφαλικός
ὀμφάλιον
…
ὀμπνικός
Save
Pape
ὀμπνικός
, = ὀμπνιακός, ὕδωρ, von Suid. τρόφιμον erklärt.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}