Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀνυμαίνω
Pape
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὀνοστός
ὀνοστύππαξ
ὀνοσφαγία
ὀνοτάζω
ὀνοταστός
ὀνοτός
ὀνοτρόφος
ὀνουμαίνω
ὄνουρις
Ὄνουφις
Ὀνουφίτης νομός
ὀνοφορβός
ὀνόφυλλον
ὀνόφυλλος
ὀνοχειλές
ὀνοχειλίς
ὀνόχειλος
ὀνόχηλον
ὀνόχηλος
Ὀνόχωνος
ὄντα
ὄντας
ὀντοποιέω
ὀντότης
ὄντως
ὅνυ
ὀνύδιν
ὀνυμ
ὄνυμα
ὀνυμάζω
ὀνυμαίνω
ὀνυμαστός
ὀνυμέω
ὄνυξ
ὀνυρίζεται
ὀνυχάλειμμα
ὀνυχιαῖος
ὀνυχίζω
ὀνυχιμαῖος
ὀνύχινος
ὀνύχιον
ὀνυχισμός
ὀνυχιστήρ
ὀνυχιστήριον
ὀνυχίτης
ὀνυχῖτις
ὀνυχογραφέομαι
ὀνυχογραφέω
ὀνυχοειδής
ὀνυχόπαχος
ὀνυχοτόμον
ὀνυχοφόρος
ὀνυχόω
ὀνώδης
ὄνωνις
Ὁνωρᾶτος
Ὀξάθρης
ὀξάλειος
ὀξάλιος
ὀξαλίς
ὀξάλμη
…
ὀνυμαίνω
Save
Pape
ὀνυμαίνω
, dor. = ὀνομαίνω, Tim.Locr. 100 cd.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}