ὀστρακῖτις Save Bailly 2024 Pape ὀστρακῖτις, ίτιδος [ᾰῑτ] adj. f. ὀ. λίθος, c. le préc. Diosc. 5, 84. ὀστρακῖτις, ιδος, ἡ, fem. zu ὀστρακίτης, λίθος, Diosc.