Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ὀστόν
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ὄστιον
Ὅστιος
ὅστις
ὁστισδή
ὁστισδήποτε
ὁστισοῦν
ὀστίτης
ὀστίτης μυελός
ὄστλιγξ
ὀστοδερμία
ὀστοδέτης
ὀστοδετική
ὀστοδοχεῖον
ὀστοειδής
ὀστοθηκάριον
ὀστοθήκη
ὀστοθήκιον
ὀστοινα
ὀστόϊνος
ὀστοκατάκτης
ὀστοκατεάκτης
ὀστοκλάστης
ὀστοκόπος
ὀστοκοπώδης
ὀστοκόραξ
ὀστολογέω
ὀστολογία
ὀστολόγος
ὀστομαχία
ὀστομάχιον
ὀστόν
ὀστοποιητικός
ὀστοῦν
ὀστοφαγέω
ὀστοφάγος
ὀστοφανέω
ὀστοφυής
ὀστρακᾶς
ὀστράκεος
ὀστρακεύς
ὀστρακηρός
ὀστρακίας
ὀστρακίζω
ὀστρακίνδα
Ὀστρακίνη
ὀστράκινος
ὀστράκιον
ὀστρακίς
ὀστρακισμός
ὀστρακίτης
ὀστρακῖτις
ὀστρακόδερμος
ὀστρακόεις
ὀστρακοκονία
ὄστρακον
ὀστρακόνωτος
ὀστρακοποιός
ὀστρακόρινος
ὀστρακόσδερμος
ὀστρακοῦς
ὀστρακοφορέω
…
ὀστόν
Save
Bailly 2024
*ὀστόν,
οῦ
(
τὸ
)
seul.
plur.
ὀστά,
c.
ὀστέον,
Opp.
C.
1, 268 ;
Luc.
Trag.
167
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}